ανταλλάζω


ανταλλάζω
ανταλλάζω, αντάλλαξα βλ. πίν. 23

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανταλλάσσω — ανταλλάσσω, αντάλλαξα βλ. πίν. 27 και πρβλ. ανταλλάζω Σημειώσεις: ανταλλάσσω : σε επίσημο ύφος λόγου απαντάται και η λόγια αύξηση (αντήλλασσα, αντήλλαξα) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αλληλογραφώ — ησα, ανταλλάζω επιστολές με κάποιον: Εδώ και μερικούς μήνες αλληλογραφώ μ ένα Σουηδό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανταλλάσσω — και ανταλλάζω άλλαξα, αλλάχτηκα, αλλαγμένος, δίνω κάτι για άλλο που πήρα, κάνω αλλαξιά: Οι υπουργοί των δύο χωρών αντάλλαξαν τις σκέψεις τους για την κατάσταση στην ανατολική Μεσόγειο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)